ΙΤΑΛΙΚΑ ΚΤΙΡΙΑ ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ

Ιταλική αρχιτεκτονική στα Δωδεκάνησα

1.Εισαγωγή

Η ιταλική κατοχή στα Δωδεκάνησα συνοδεύτηκε από μια δυναμική παρουσία στο δομημένο περιβάλλον των νησιών σε όλα τα επίπεδα: αναδιαμόρφωση των ιστορικών κέντρων, οργάνωση του οδικού δικτύου, επεκτάσεις και επανασχεδιάσεις του πολεοδομικού ιστού. Οι επεμβάσεις αυτές σκόπευαν να υπογραμμίσουν την εξουσία των Ιταλών και να διευκολύνουν την ανάπτυξη συγκεκριμένων χρήσεων σε κάθε νησί (π.χ. τουρισμός στη Ρόδο, στρατιωτικές βάσεις στη Λέρο).

Κατασκευάζοντας μεγάλο όγκο νέων κτηρίων σε όλα τα νησιά των Δωδεκανήσων, οι Ιταλοί δημιούργησαν τομή στην εικόνα των οικισμών, διαμορφώνοντας μια αποικιακή αρχιτεκτονική που λειτουργούσε συμβολικά και αναδείκνυε το μητροπολιτικό κράτος σε φορέα εκσυγχρονισμού. Τα νέα δημόσια κτήρια ξεχωρίζουν ακόμα και σήμερα τόσο για την απομάκρυνσή τους από τους προηγούμενους τύπους της τοπικής –λόγιας ή λαϊκής– αρχιτεκτονικής, όσο και για το μέγεθος, την κλίμακα και την ένταξή τους στο τοπίο των νησιών.

2. Οι περίοδοι της ιταλικής αρχιτεκτονικής στα Δωδεκάνησα

2. 1. Η πρώτη περίοδος

Μπορούμε να διακρίνουμε δύο περιόδους στην αρχιτεκτονική της Ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα, που αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές αντιλήψεις των δύο γενικών διοικητών, του Mario Lago (1924-1936) και του Cesare Maria De Vecchi (1936-1941).

Leros

Στην πρώτη περίοδο οι Ιταλοί υιοθέτησαν μια αρχιτεκτονική με ιστορικές αναφορές, επιδίωξαν να δημιουργήσουν μια ιδεατή συνέχεια με την αρχιτεκτονική της Ιπποτοκρατίας στα νησιά. Στα πρώτα έργα, όπως είναι οι στρατώνες (1924-1926), το διοικητήριο (1926-1927) και το ταχυδρομείο (1927-1928) της Ρόδου του αρχιτέκτονα Florestano de Fausto, υπήρχε η διάθεση αναβίωσης τεχνοτροπιών όπως ο μανιερισμός και η αναγεννησιακή τέχνη. Έχοντας σκοπό τη δημιουργία μιας συμβολικής αρχιτεκτονικής, ο αρχιτέκτονας δε μετέφερε αυτούσιες μορφές αλλά τις χρησιμοποιούσε μέσα από μια διαδικασία αφαίρεσης και ανασύνθεσης. Στα επόμενα έργα παρατηρήθηκε συνειδητή προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν και κάποια αναγνωρίσιμα στοιχεία της «τοπικής» παράδοσης, που πιθανόν θα είχαν καλύτερη ενσωμάτωση στις κατακτημένες περιοχές. Οι επιλογές των μορφολογικών αναφορών δεν ήταν τυχαίες, αλλά περνούσαν μέσα από το φίλτρο του κατακτητή. Ο νεοκλασικισμός που είχε αναπτυχθεί μετά το 19ο αιώνα στις ελληνικές κοινότητες των Δωδεκανήσων αποκλείστηκε, γιατί παρέπεμπε στο εθνικό κέντρο των Ελλήνων, την Αθήνα. Αλλά και η αιγαιοπελαγίτικη παράδοση υποβαθμίστηκε.

Οι Ιταλοί στράφηκαν περισσότερο στην ανώνυμη μεσογειακή και βαλκανική παράδοση. Η νέα αρχιτεκτονική που δημιουργήθηκε συνδύασε ενετικά και γοτθικά στοιχεία με διακοσμητικά μοτίβα από τη λαϊκή τέχνη των Δωδεκανήσων και με δάνεια από την παράδοση γειτονικών αραβικών μεσογειακών κρατών. Μέσα από τη μείξη όλης αυτής της ποικιλίας μορφών δημιουργήθηκε ένα νέο εκλεκτικιστικό αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο. Στην περίπτωση της Ρόδου που προωθήθηκε και οργανώθηκε από τους Ιταλούς ως τουριστικός προορισμός, ο εκλεκτικισμός έλαβε έντονα στοιχεία εξωτισμού, που προσέδωσαν στο νησί το διεθνές κλίμα του μεσογειακού θέρετρου. 

Kws

Αποκορύφωμα αυτής της αρχιτεκτονικής αποτελεί το ξενοδοχείο των Ρόδων, του αρχιτέκτονα Florestano de Fausto (1925-1927). Στα Λουτρά της Καλλιθέας (1928-1930) του Pietro Lombardi υπάρχει μια πιο αφαιρετική τάση κοντά στις αρχές του ρασιοναλισμού και του αρ ντεκό, που αναπτύσσονταν εκείνη την περίοδο στην Ιταλία. Το συγκρότημα της Καλλιθέας αποτελεί ενδιαφέρουσα παρέμβαση στο φυσικό τοπίο των πηγών, που ξεχωρίζει για τη χρήση σχεδιασμένου και φυσικού υπαίθριου χώρου και τη διαβάθμιση των όγκων στα διάφορα κτήρια. Αποτέλεσε για τις επόμενες δεκαετίες σημείο αναφοράς για την τουριστική Ρόδο και το ιδανικό σκηνικό για πολλές ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του 1960.

Οι πολεοδομικές παρεμβάσεις στη Ρόδο και στην Κω είναι χαρακτηριστικές των αντιλήψεων που είχαν οι Ιταλοί για την εικόνα των πόλεων. Σύμφωνα με το ρυθμιστικό σχέδιο της πόλης της Ρόδου, που συνέταξε ο Florestano de Fauto, οι δημόσιες υπηρεσίες συγκεντρώθηκαν εκτός του ιστορικού κέντρου της πόλης και κατά μήκος της ακτής. Σε κεντρική θέση δημιουργήθηκε το Foro Italico, ο απαραίτητος ελεύθερος χώρος για τις μεγάλες δημόσιες συγκεντρώσεις τις οποίες ευνοούσε το φασιστικό καθεστώς, με το Μέγαρο του Φασισμού (Casa del Fascio), τον πύργο και το μπαλκόνι του ομιλητή.

2. 2. Η δεύτερη περίοδος

Με τον επόμενο διοικητή των Δωδεκανήσων Cesare Maria De Vecchi ξεκινά νέα περίοδος στην αρχιτεκτονική των Ιταλών, που πλέον στοχεύει να προσδώσει στις κατακτημένες περιοχές την εικόνα μιας επαρχίας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από αφαιρετική διάθεση και από την επικράτηση του ρασιοναλισμού και του μοντέρνου κλασικισμού. Μέσα στη γενικότερη τάση που επικρατεί, ο De Vecchi πραγματοποιεί και μια εκστρατεία «κάθαρσης» της αρχιτεκτονικής του προκατόχου του, αναπλάθοντας τις προσόψεις αρκετών δημόσιων κτηρίων.

Leros


Χαρακτηριστικό δείγμα των νέων αντιλήψεων στην αρχιτεκτονική πολιτική των Ιταλών αποτελεί το Λακκί της Λέρου. Η Λέρος, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, επιλέχθηκε για την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων. Στον όρμο Λακκί, το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι της Μεσογείου, κατασκευάστηκε ναύσταθμος. Για την εξυπηρέτησή του ιδρύθηκε εξαρχής μία νέα πόλη αποκλειστικά Ιταλών εποίκων, που ονομάστηκε Porto Lago. Οι πρώτες απαλλοτριώσεις και τα έργα υποδομής άρχισαν το 1928 και οι εργασίες διήρκεσαν έως το 1936. Το σχέδιο που εφαρμόστηκε τοποθετούσε τις κεντρικές λειτουργίες –διοίκηση, αγορά, υπηρεσίες, πολιτισμός– στο κέντρο του οικισμού, δημιουργώντας περιφερειακά ζώνες κατοικίας των στρατιωτικών βαθμοφόρων. Στο σχεδιασμό της νέας πόλης οι αρχιτέκτονες R. Petracco και A. Bernabiti κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα εξαιρετικό σύνολο μεσογειακού ρασιοναλισμού. Τα κτήρια που κατασκευάστηκαν, όπως είναι η εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου (A. Bernabiti, 1935-1939), το θέατρο (A. Bernabiti, 1936-1938), το δημοτικό σχολείο (R. Petracco, 1934-1937) και η κυκλική αγορά (R. Petracco, 1934-1936), είναι λιτά και λιγότερο «πομπώδη» από εκείνα στη Ρόδο και στην Κω αλλά εξίσου εντυπωσιακά για τα μέτρα του τόπου. Χωρίς πολύπλοκα μορφολογικά στοιχεία, το ενδιαφέρον αυτής της αρχιτεκτονικής βρίσκεται στη φόρμα, τη χρήση του χρώματος και των υλικών και στην πλαστικότητα των όγκων που πολλές φορές γίνεται αρκετά τολμηρή.

Σήμερα τα κτήρια της Ιταλοκρατίας αποτελούν, μαζί με τα υπόλοιπα ίχνη και μνημεία ξένων πολιτισμών (τουρκικά και φραγκικά), μέρος της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς των Δωδεκανήσων.

ΠΗΓΗ:

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΛΩΝΑΣ: Ιταλική Αρχιτεκτονική στα Δωδεκάνησα 1913-1943


PHOTO GALLERY